Αντιστροφή (Η Πόλη ΙΙΙ – και τελευταίο)

city III a  

Έλειψα καιρό, ακόμη κι αν τον περισσότερο απ’ αυτόν ανέπνεα τον πολυάνθρωπο αέρα της σε κάποια από τις πολύβουες περιοχές της. Ανέπνεα, έτρωγα και κοιμόμουν αλλά δεν ζούσα – γιατί ζωή χωρίς επαφή και σχέσεις δεν είναι ζωή.

Χθες αργά το βράδυ, υπακούοντας σε κάποιο απροσδιόριστο κάλεσμα ή ανάγκη, βγήκα έξω και περπάτησα τους δρόμους της. Κεντρικές αρτηρίες, απόκεντρες φλέβες, σταυροδρόμια και πλατείες. Βγήκα να δω τι κάνουν τα αγαπημένα μου φαντάσματα.

Οι φωνές ήταν εκεί, πιστές στα σημεία όπου είχα πιει από το Χρόνο, όπου είχα κοινωνήσει το αίμα της ζωής. Έβλεπα τις σκιές, άλλες φωτεινές και χαρούμενες, άλλες μελανιασμένες από το κρύο και τον πόνο.

Πριν πολλά χρόνια είχα περπατήσει κι ήταν τόσο έντονο το εντός που το εκτός είχε γίνει εντελώς φασματικό, σα να είχα περπατήσει κάποια παλιά ταινία του βωβού, φθαρμένη από το χρόνο. Θυμήθηκα εκείνη την βόλτα χθες, γιατί ένιωθα κάπως έτσι. Με τη διαφορά πως δε μου φαινόταν η πόλη φασματική αλλά ο εαυτός μου. Ήταν λες κι είχα γίνει κι εγώ φάντασμα, μια φθαρμένη κόπια του βωβού και περιπλανιόμουν σε κάποια αληθινή πόλη.

Κι αυτό νομίζω πως είναι η αλήθεια. Τα βήματά μου ήταν ανάλαφρα κι ας βάραιναν στους ώμους μου όλες οι γεύσεις που είχα κατά καιρούς τρυγίσει στις γωνιές της πόλης. Άπλωνα το χέρι αλλά τα αντικείμενα δεν είχαν υφή, το δέρμα μου δεν τα αναγνώριζε. Τα αιθερικά μου χάδια δεν άφηναν σημάδια στους τοίχους, στις κολώνες, στα τραπέζια. Τριγύρω κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, μιλούσε, γελούσε, αγαπιόταν και χώριζε.

Μ’ έπιασε απελπισία. Δεν μπορούσα να νιώσω την καρέκλα στην οποία καθόμουν, η μπύρα στο ποτήρι δεν είχε γεύση, στο δέρμα μου δεν ένιωθα ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Σηκώθηκα να γυρίσω στο σπίτι. Στο δρόμο κοιτούσα γύρω με βλέμμα τρομαγμένο, τα βήματά μου ήταν γοργά, σχεδόν έτρεχα. Φωνές, παντού φωνές, αλλά καμμιά για μένα. Τα αγαπημένα μου φαντάσματα ήταν απλά φαντάσματα, δεν ήταν πλέον «μου».

Έκλεισα πίσω μου την πόρτα, νιώθοντας την καρδιά να βροντοχτυπάει και τους κροτάφους μου να πάλλονται ρυθμικά. Καφές και τσιγάρο, η ιεροτελεστία που καθησυχάζει. Κι έπειτα, ύπνος. Ένας ύπνος ανήσυχος, δυσοίωνος.

Τώρα, 24 ώρες μετά, καταλαβαίνω. Είμαι πλέον ξένος, δεν γνωρίζω κανένα, δεν με γνωρίζει κανείς. Η πόλη συνέχισε, εγώ έμεινα πίσω, σαν τα άλλοτε αγαπημένα μου φαντάσματα. Τα φαντάσματα που τελικά δεν είναι διόλου φαντάσματα. Το μόνο που μου μένει, να βγάλω τη βαλίτσα μου από το πατάρι.

Advertisements

5 Σχόλια

  1. Κι έλλειψα καιρό, και μου λείψατε πολύ.
    Και υπέροχο κείμενο φίλε μου!
    🙂

  2. Βάσια, καλώς γύρισες. Σ’ ευχαριστώ για τα λόγια.

  3. Θα ήθελα πολύ να σου αφήσω ένα σοβαρό σχόλιο, αλλά αδυνατώ καθώς έχω λαλήσει από το διάβασμα και.. ομολογώ πως κι εγώ έχω αρχίσει ν΄ακούω φωνές!!!

    Ωστόσο θα πω πως έχεις τον τρόπο να φτάνεις πάντα στο μεδούλι..

    Αφήνω χαμόγελο : )

    και θα επιστρέψω σύντομα με κάνα ξεσκονόπανο,
    αφού κάποιος σα να έχει παραμελήσει το τοπίο εδώ γύρω..
    σκοροφαγωμένο ετοιμόρροπο χέντερ, σκόνη παντού που κάνει και ρίμες (!), νυχτερίδες, αράχνες..
    πιιιιιφ λέμε!!!

  4. εξαιρετικο κειμενο.
    τα σεβη μου και την αγαπη μου sad.
    εξαιρετικο κείμενο

  5. Βρε βρε, καλώς την! Σαν τα χιόνια Αννίτα .. Λοιπόν, άσε τα ξεσκονόπανα, δεν είναι αφροντισιά, είναι η νέα μου αισθητική άποψη. Αν βέβαια θες, ως υπεύθυνη της δεξιάς στήλης, κάνε μια τσάρκα στο γιουτούμπι, ξέρεις εσύ 🙂

    Χνου, με τρομάζεις. Σέβη?? 🙄
    Να ‘σαι καλά όμορφε άνθρωπε, για σένα δεν έχω αρκετά ωραία ευχή.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: