Τα μονοπάτια του πόθου (Χ-Rated)

sensual7a.jpg 

ΜΕΡΟΣ Α’

«Σε θέλω

«Μμμμ…»

Η Νόρα βολεύτηκε καλύτερα στον αναπαυτικό καναπέ, κρατώντας το ακουστικό με το ένα χέρι και παίζοντας με το άλλο με τα κουμπιά της μπλούζας της. Στην άλλη άκρη της γραμμής ο Μ., ξεσηκωμένος απ’ τα παιχνίδια της προσπαθούσε να ελέγξει την αναπνοή του που τα τελευταία λεπτά είχε βαθύνει.

Άρχισε να χαϊδεύει το στήθος της πάνω απ’ το βαμβακερό ρούχο.

«Πως με θέλεις;» ψιθύρισε παιχνιδιάρικα.

«Σε θέλω μ’ εκείνο το κόκκινο φόρεμα που φορούσες τις προάλλες, το σκιστό

«Ναι, …»

«Να σ’ έχω από κάτω και να σου χουφτώνω τα μεριά σου, να πασπατεύω όλο σου το σώμα..

Συνέχισε να της περιγράφει όλα αυτά που ήθελε να της κάνει, ενώ η Νόρα θώπευε το στήθος της σταθερά. Ένιωθε τη γνωστή υγρασία να αναβλύζει ανάμεσα στα πόδια, μουσκεύοντας το εσώρουχό της. Η φωνή του από τη μια, βραχνή απ’ τον πόθο και η βασανιστική αίσθηση από το τρίψιμο της ερεθισμένης της θηλής από την άλλη, έφερναν μια γλυκιά ζάλη, αποχαύνωση που ξεκινούσε από τη μήτρα της και απλωνόταν μέχρι τα ακροδάχτυλα των ποδιών της.

Τα ερωτόλογα, ανάκατα με προστυχιές χάιδευαν το αυτί της στέλνοντας καυτούς παλμούς στον εγκέφαλο και διεγείροντας τη φαντασία της. Αν συνέχιζε έτσι θα ερχόταν πολύ γρήγορα. Όχι.

«Δεν είναι σωστό αυτό που κάνουμε» τον διέκοψε τη στιγμή που της περιέγραφε αναλυτικά όλα τα σημεία του σώματός της που θα περνούσε με τη γλώσσα του. «Κακώς ενθάρρυνα τη φαντασία σου«.

«Μα ; …»

«Φτάνει, δε μπορώ άλλο. Με αναστατώνεις!» τον έκοψε, συνεχίζοντας όμως να χαϊδεύει το στήθος της ενώ ένα πονηρό χαμόγελο σχηματιζόταν στα χείλια της.

Ο Μ. προσπάθησε να καταλάβει για ποιό λόγο η Νόρα δεν ήθελε να συνεχίσουν, αλλά μάταια. Δεν μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά της, τον παίδευε βδομάδες τώρα μα ποτέ δεν προχωρούσε πέρα από το τηλεφωνικό σεξ. Μερικές φορές, ούτε καν αυτό. Κι από κοντά, περί ανέμων και υδάτων. Μα τη γούσταρε τρελά και θα επέμενε.

Η Νόρα βιάστηκε να τον κλείσει εξηγώντας του ότι έχει το φαγητό στη φωτιά και να τα ξαναπούν το απόγευμα. Τακτοποίησε τη μπλούζα της χωρίς να κουμπώσει τα κουμπιά και σηκώθηκε από τον καναπέ.

ΜΕΡΟΣ Β’

 plumber-at-work.jpg

Ο Γιάννης ήταν γονατισμένος πίσω απ’ το πλυντήριο. Προσπαθούσε να βάλει στη θέση τους τα εξαρτήματα που ‘χε βγάλει και καθαρίσει από τα άλατα. Δούλευε σκυφτός τον κάβουρα κι ο ιδρώτας έσταζε απ’ το μέτωπό του καθώς η θέση του ήταν πολύ άβολη. Κάποια στιγμή, ένιωσε μια παρουσία στο χώρο και σήκωσε το κεφάλι.

Στην πόρτα του μπάνιου στεκόταν η σπιτονοικοκυρά και τον κοιτούσε. Τριαντάρα, καλοσχηματισμένο κορμί και παιχνιδιάρικο βλέμμα. Ξέκωλο, είχε σκεφτεί όταν του άνοιξε την πόρτα πριν καμμιά ώρα. Τώρα τον κοιτούσε προκλητικά, παίζοντας με τα κουμπιά της μπλούζας της.

«Πώς πάει;» τον ρώτησε.

«Εντάξει, τα καθάρισα. Τελειώνω» είπε και σκούπισε με την ανάποδη του χεριού του τον ιδρώτα απ’ το μέτωπό του.

«Να σου προσφέρω κάτι; Μια μπύρα, ένα αναψυκτικό, κάτι δροσιστικό;»

Την κοίταξε στα μάτια. Του ανταπόδωσε το βλέμμα τολμηρά. Για μια στιγμή, κάτι παίχτηκε ανάμεσά τους, μια σιωπηλή επικοινωνία που συνοδεύτηκε από τη λάμψη της αναγνώρισης στα μάτια της. Με δυο βήματα βρέθηκε κοντά του.

Όπως ήταν ακόμη γονατισμένος και σήκωσε το κεφάλι για να τη βλέπει, το βλέμμα του ταξίδεψε στο κορμί της. Χυτά πόδια με καλσόν, κοντή καρώ φούστα, λεπτή μέση, βαμβακερή καφέ μπλούζα με τα στήθια της να προεξέχουν και ένα όμορφο πρόσωπο με λάγνο βλέμμα που τον κάρφωνε ξεδιάντροπα. Ένιωσε μια έξαψη στο στομάχι, κάτι σαν σπασμό. Θέλει πούτσο, σκέφτηκε.

Σηκώθηκε όρθιος με αργές κινήσεις. Τώρα στεκόταν πολύ κοντά της και την κοιτούσε χωρίς να μιλάει. Από κοντά, μύρισε το άρωμά της, απαλό, διεγερτικό. Αυτή, άπλωσε το χέρι και πέρασε τα δάχτυλα πάνω από το ιδρωμένο του στήθος. Κοιτώντας τον στα μάτια έφερε το χέρι στο στόμα της και γεύτηκε τον ιδρώτα του. «Απ’ ότι βλέπω, δε θα χρειαστεί μπάνιο» της ψιθύρισε.

ΜΕΡΟΣ Γ’

act.jpg

Την πήρε σηκωτή έξω από το μπάνιο, κατά μήκος του διαδρόμου και στο σαλόνι όπου αυτή καθόταν όσο αυτός δούλευε. Είχε γραπωθεί πάνω του, τα χέρια να αγκαλιάζουν το σβέρκο και τους μυώδης ώμους, τα πόδια κλειδωμένα γύρω απ’ τη μέση του. Αυτός απλά την κρατούσε σφιχτά πάνω του καθώς διέσχιζε το διάδρομο με βιαστικά βήματα, φιλώντας την με πάθος. Τα στόματά τους ήταν πλεγμένα, οι γλώσσες πάλευαν μεταξύ τους, εξερευνούσαν, τεντωνόταν βαθιά στα λαρύγγια. Ανέπνεαν από τα ρουθούνια καθώς δεν χωρούσε να περάσει ο αέρας από το στόμα.

Στο σαλόνι, έσκυψε και την ακούμπησε στον καναπέ. Με μια κίνηση τράβηξε τη μπλούζα της ψηλά, πάνω απ’ τους ώμους και το κεφάλι, ξεγυμνώνοντας το πάνω μέρος του κορμιού της. Δε φορούσε στηθόδεσμο. Τα στήθια της, λευκά και τρυφερά, μόλις που γέμιζαν τις παλάμες του. Τα χούφτωσε και άρχισε να τρίβει και να φιλάει τις ήδη ερεθισμένες ρώγες. Στη γλώσσα του ένιωθε πικρό το άρωμά της αλλά και τη μυρωδιά του σώματος.

«Ω, ναι μωρό μου, έτσι!» έβγαλε μια λιγωμένη φωνή η Νόρα. Ταυτόχρονα, άπλωσε το χέρι της στο τσιτωμένο τζην του και χούφτωσε τον ανδρισμό του.

«Τι σκληρός που είναι!» είπε βαριανασαίνοντας. Επιδέξια ξεκούμπωσε το κουμπί και κατέβασε το φερμουάρ. Μια στιγμή αργότερα τον κρατούσε στο χέρι της, σκληρό και ζεστό, μια υπόσχεση ανείπωτης ηδονής. Τα μακριά της νύχια γρατσούνισαν αργά το ερεθισμένο όργανο.

Ο Γιάννης ένιωσε ένα σπασμό στους βουβώνες και μια ηλεκτρική εκκένωση διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη. Με μια κίνηση τη σήκωσε στον αέρα σαρώνοντας ένα περιοδικό και το τηλέφωνο που βρέθηκαν ξαφνικά στο πάτωμα. Τη γύρισε μπρούμυτα, να ακουμπάει στη ράχη του καναπέ. Η Νόρα, αναψοκοκκινισμένη από την κάψα που ένιωθε ανάμεσα στα πόδια έσκυψε μπροστά και σήκωσε τη φούστα της, εκθέτοντας τους στρογγυλούς γλουτούς της στον αέρα. Σε μια στιγμή το στριγκάκι της είχε κατέβει χαμηλά και το χέρι του έφτασε στη νοτισμένη σχισμή.

Ήταν σειρά της να νιώσει καυτές βελόνες να χώνονται κατά μήκος της σπονδυλικής της στήλης. Ενώ το χέρι του δούλευε κάτω, τη φιλούσε και της έγλυφε την πλάτη, το σβέρκο, το πλάι του λαιμού.

Έσκυψε στο αυτί της, δάγκωσε απαλά το λοβό. Βύθισε τη γλώσσα του μέσα και καθώς τη στριφογύρισε, της ήρθε λιποθυμιά από την καύλα. Τα νύχια της χώθηκαν στο ύφασμα του καναπέ, ένας σπασμός τη διαπέρασε ολόκληρη.

«Σε .. θέλω .. τώρα ..!» μουρμούρισε. «Πήδα με!»

Την ξάπλωσε στον καναπέ, σήκωσε τα πόδια της στους ώμους του και με μια ώθηση μπήκε μέσα της. Άρχισε να τη σφυροκοπάει άγρια, βάναυσα. Κάθε του ώθηση την διαπερνούσε, την ένιωθε μέχρι το λαιμό της σα πύρινη ρομφαία που την άνοιγε στα δύο. Η ανάσα του έβγαινε σφυριχτά, ο ιδρώτας έσταζε πάνω στα στήθια της που ταλαντευόταν στο ρυθμό των διεισδύσεών του, ο κόσμος όλος ήταν ένας καυτός, κόκκινος παλμός στο κεφάλι της. Άρχισε να παραμιλάει.

«Ναι! Έτσι!»

«Τι ωραία που γαμάς αγόρι μου

«Τον θέλω όλο! Κι άλλο!»

Ο ρυθμός επιταχύνθηκε, η κορύφωση πλησίαζε γοργά. Και οι δυο τους βογγούσαν και ξεφώνιζαν προστυχιές, τραχιά λόγια του πάθους, έβγαζαν λιγωμένες φωνές. Ο καναπές έτριζε στο ρυθμό της φρενίτιδας που τους είχε κυριεύσει.

Με ένα σπασμό, κι άλλον έναν, η Νόρα τελείωσε κάνοντας το κορμί της τόξο. Τα νύχια της χώθηκαν στους ώμους του χαράζοντας το δέρμα κι αφήνοντας κόκκινα σημάδια που θα έκαναν μέρες να φύγουν. Ο Γιάννης, χαμένος στον παροξυσμό του ούτε που το κατάλαβε.

Ένιωσε το τέλος να έρχεται. Την τελευταία στιγμή τραβήχτηκε και με ένα υπόκωφο μουγκρητό και μια έκρηξη έστειλε τα υγρά του να πιτσιλίσουν τη Νόρα στο στήθος και το πρόσωπο. Μετά, κατέρευσε πάνω της.

ΜΕΡΟΣ Δ’ (ΕΠΙΛΟΓΟΣ)

 phone1.jpg

Σκουπίστηκαν με μια πετσέτα, δίχως να μιλάνε, δίχως να κοιτάζονται. Ντύθηκαν, η Νόρα πλήρωσε το Γιάννη (για ποιές υπηρεσίες άραγε; σκέφτηκε αυτός) και αφού μάζεψε τα εργαλεία του που ‘χαν μείνει σκόρπια στο μπάνιο, έφυγε. Δεν της ζήτησε το τηλέφωνό της, ούτε αυτή το δικό του. Ήξεραν ότι δεν επρόκειτο να ξανασυναντηθούν.

Μόνο μετά, όταν έσκυψε να μαζέψει το περιοδικό και το τηλέφωνό της από το πάτωμα, είδε το πράσινο λαμπάκι της συνομιλίας αναμένο. Με χτυποκάρδι το έφερε κοντά και είδε το νούμερο της κλήσης… ήταν η τελευταία κλήση που ‘χε κάνει, στον Μ. Αυτόματη επανάκληση. Νιώθοντας να τη λούζει κρύος ιδρώτας, έφερε το ακουστικό στο αυτί της. Δεν ακουγόταν τίποτα, τίποτα πέρα από την καρδιά της που χτύπαγε σαν τρελή.

«Μ.;» έβγαλε μια ξεψυχισμένη, τρεμάμενη φωνή.

Από το ακουστικό ακούστηκε κάτι σαν λυγμός και μετά ο ήχος της σύνδεσης που τερματίστηκε.

Πέρασε όλη την υπόλοιπη μέρα κουβαριασμένη στον καναπέ, κοιτώντας την τηλεόραση με απλανές βλέμμα, χωρίς να βλέπει, χωρίς να σκέφτεται.

Advertisements

11 Σχόλια

  1. Δεν θα μου εκανε καμμια εντυπωση αν ολο αυτο -ακριβως ετσι- εχει συμβει πραγματικα.
    Με μια πρωτη ματια ενα θυμα, μια που δεν ξερει τι της γινεται και ενας τυχερος τριτος.
    Με μια δευτερη ματια, αποξενωση

  2. Ουφ!…ας ανάψω ένα τσιγάρο.. 😉

  3. Κανένα τσιγάρο και για μένα έχει…?!

  4. ελαφρώς ακατάλληλον! ….
    ένα τσιγάρο και σε μένα…
    😉

  5. έφερα καπνό, χαρτάκια, έτοιμοι είμαστε…
    Ωραίο σαν ιδέα και ακόμα πιο ωραίο στην εκτέλεση (την δική μας ) 🙂 Είμαι σίγουρη πως τέτοια συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας, απέναντί μας, στο σπίτι μας, παντού. Θλιβερό, όπως και οι περισσότερες ιστορίες που βγαίνουν από την ζωή.
    Φιλιά πολλά και καληνύχτες…

  6. Άουτς! Ζαβολιά…….πολύ ζαβολιά!!!!

  7. Tre scuzi ragazzi, αυτή τη φορά σας έστεισα κανονικά, αλλά εεε, είχα ΣΟΒΑΡΕΣ ασχολίες, σοβαρές για την ψυχική μου υγεία, εννοώ… Έλα! Δε θέλω κακίες, κάτι έχει μείνει από ψυχική υγεία… Λοιπόν:

    > wrathchild, ναι, κι από 3η ματιά τρεις άνθρωποι, ο καθένας στον κόσμο του, καθένας κάτι θέλει από κάποιον άλλο, μα επικοινωνία (πέρα από των σεξουαλικών οργάνων) καμμιά.

    > Αννίτα, τι να πω τώρα… Αννίτα…Δε μου στρίβεις ένα κι εμένα; Ξέρεις … καλά κολλημένο 😉

    > fastbackwards, κάτι θα γίνει… Με φίλτρο ή χωρίς; 🙂

    > esta, ελαφρώς, αν δηλαδή θεωρείται ροζ… γιατί, η ατμόσφαιρα μόνο hot δεν είναι. Τσιγάρο, έφτασεεεε.. 🙂

    > Χνουδάκι, τί οργάνωση! Σε προσλαμβάνω για γραμματέα μου… Καθημερινά, νυχθημερόν… Είναι κρίμα. Κυρίως η κοροϊδία. 🙂

    > Ναταλία, 8) Είδες, είδες το διεστραμένο μου μυαλό; Ούτε μια τσόντα της προκοπής δε μπορεί να στήσει χωρίς να την τινάξει στον αέρα στο τέλος… ΧΣ ΜΣ (το δεύτερο είναι ΜέΣα)…

  8. O la la! Bad luck. Τώρα ο ΟΤΕ έχασε δυο καλούς του πελάτες.

  9. μα τι κοσμος υπαρχει. Γυναικες, μαζι δεν κανουμε και χωρια δεν μπορουμε.

  10. > Κατερίνα, τουλάχιστον. Αλλά, ο άνθρωπος ξεχνάει… πάλι θα ξαναγυρίσουν στον ΟΤΕ ή στη VIVODI 😉

    > Ανώνυμε, ξαναπές το. Επικροτώ… 🙂 😦

  11. Τώρα εγώ γιατί θυμήθηκα την Τσανακλίδου να τραγουδάει «Τσιγάρο φίλε…»; Όλο το τραγούδι όμως!

    May the Force b with u…
    papet

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: