Το άλγος του Νόστου

rionight.jpg

Ήταν η τελευταία του νύχτα στην πόλη. Το Galla είχε τελειώσει κατά τις 2, μα αυτός δεν ήθελε να κοιμηθεί. Δεν μπόραγε να φύγει το επόμενο πρωί χωρίς να έχει κρατήσει κάτι μέσα του, ένα ενθύμιο, κάτι ξεχωριστό. Άλλαξε ρούχα και εγκατέλειψε το ξενοδοχείο.

Πήρε ένα ταξί και κατευθύνθηκε προς την πιάτσα. Ο ταξιτζής οδηγούσε αδιάφορα κατά μήκος της ακτής. Φώτα χρωματιστά, αυτοκίνητα χρωματιστά, άνθρωποι χρωματιστοί. Θα ήταν η πόλη του χρώματος αν δεν ήταν η πόλη του έρωτα.

 bg_copa2.jpg

Κοντά στο Boom είδε μέσα από το παράθυρο του ταξί μια καλλίγραμη γυναίκα με δικτυωτό καλτσόν να ξαπλώνει πάνω στο καπώ κάποιου αυτοκινήτου. «Εδώ» είπε στον ταξιτζή. Πλήρωσε, βγήκε έξω.

Πλησίασε τη γυναίκα μόνο και μόνο για να διαπιστώσει πως ήταν transe. Κρίμα, είχε απίστευτα οπίσθια. Γέλασε μέσα του. Άρχισε να περπατάει κατά μήκος του πεζοδρομίου. Γύρω του, άνθρωποι γελούσαν, χόρευαν, φιλιόντουσαν. Η πόλη δεν κοιμόταν ποτέ.

Οκτώ μέρες (και νύχτες) τώρα, ανέπνεε τον πιο ερωτικό αέρα που μπορούσε να φανταστεί. Άρωμα τροπικού, καρύδας και ανέμελου έρωτα. Εκρηκτικό κοκτέηλ. Ήταν συνεχώς μεθυσμένος, και όχι από αλκοόλ.

Μέσα στη ντίσκο πήρε ένα μπόμπα-κόλα (σ’ αυτή την πόλη δοκίμασε τις χειρότερες μπόμπες της ζωής του, μα δεν τον ένοιαζε). Με το ποτό στο χέρι περιφερόταν ρουφώντας τις εικόνες, τη μουσική, τον έρωτα που ήταν διάχυτος.

Κανα δυο φορές τον πλησίασαν πεταλουδίτσες, πρόθυμες για όλα, μα αυτός τις έδιωξε. Απ’ αυτό είχε δοκιμάσει, δεν ήταν το ξεχωριστό που κυνηγούσε απόψε. Το βλέμμα του έψαχνε ανήσυχα το χώρο.

Ξάφνου, μια κοπελίτσα τον πλησίασε. Ήταν τρομαγμένη. Με σπασμένα αγγλικά ζήτησε τη βοήθειά του. Κάποιοι σουρωμένοι την ενοχλούσαν. Ήθελαν να πάει μαζί τους. Μπορούσε να καθίσει δίπλα του, σα να ήταν παρέα;

 girl.jpg

Ένιωσε αμήχανα. Στην πόλη του έρωτα, τα μαχαιρώματα ήταν καθημερινά. Κι αυτός, με τα ρούχα και τη φάτσα του τουρίστα, αποτελούσε στόχο πρώτης. Μα τα μάτια της ήταν τόσο φοβισμένα, δεν μπορούσε να αρνηθεί.

Την κέρασε ποτό, μιλήσανε. Ήταν δεν ήταν 21. Πεταλουδίτσα, όπως όλες εκεί μέσα. Μα δεν πήγαινε αν δεν γούσταρε. Γλυκό προσωπάκι, μακρύ σκούρο καστανό μαλλί. Λεπτοκαμωμένη, απαλό, λείο δέρμα. Οποιαδήποτε άλλη νύχτα θα την έπαιρνε. Μα όχι απόψε.

Εμφανίστηκαν οι τύποι. Δύο, ντόπιοι, μεθυσμένοι. Την φώναξαν. Αρνήθηκε. Αυτός ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Τον μέτρησαν με τα μάτια. Προσπάθησε να δείχνει αδιάφορος, σίγουρος για τον εαυτό του.

Του είπαν με μισόλογα ότι είναι δική τους. Κούνησε το κεφάλι του. «Είναι μαζί μου» είπε. «Βρείτε καμιά άλλη«. Κοιτάχτηκαν στα μάτια. Τώρα ή ποτέ, σκέφτηκε. Σηκώθηκε με αργές κινήσεις. Ένιωθε τα μηνίγγια του να χτυπάνε, αλλά το βλέμμα του ήταν ψυχρό. Τους πλησίασε, προσέχοντας μη τραβήξουν μαχαίρι.

«Είναι μαζί μου» ξανάπε. «Αν κάνετε φασαρία, έχω φίλους εδώ μέσα. Καλύτερα να φύγετε«. Έβλεπε το θυμό στα μούτρα τους, την αμφιβολία στις κινήσεις τους. Τραβήχτηκαν λίγο παραπέρα. Αυτός κάθισε, αγκάλιασε την κοπέλα και άρχισε να της μιλάει. Η μικρή αφέθηκε στην αγκαλιά του με ανακούφιση. Η στιγμή πέρασε.

Λίγο αργότερα οι δυο μεθυσμένοι έφυγαν. Αυτός κάθισε μαζί της κι άλλο, αυτή δεν ήθελε να τον αφήσει. Ξημέρωνε. Στα γεμάτα ευγνωμοσύνη μάτια της βρήκε αυτό που έψαχνε, το ξεχωριστό της τελευταίας βραδιάς. Τον προσκάλεσε σπίτι της. Αρνήθηκε. Δεν ήθελε κρεβάτι.

Λίγο πριν βγει ο ήλιος έφυγαν από τη ντίσκο. Έξω, το ξημέρωμα ήταν μαγευτικό. Γλυκά ροζ και σιέλ χρώματα, ο πάντα μεθυστικός αέρας της πόλης, μια αχλή από την υγασία και το ξενύχτι και η δροσιά του πρωινού. Αγκαλιάστηκαν, εκεί δίπλα στον ωκεανό. Ξανά και ξανά, τον παρακάλεσε να ξαπλώσει μαζί της. Χωρίς χρήματα. Τον ήθελε.

Την ώρα που έβγαινε ο ήλιος φιλήθηκαν, ένα ατέλειωτο φιλί που μούδιαζε τις αισθήσεις, αχόρταγες γλώσσες που έδιναν και έπαιρναν, μάτια κλειστά, κορμιά κολημένα. Πόση ώρα κράτησε αυτό το φιλί; Δεν ήξερε, μα όταν ξεκόλησαν τα στόματα ρούφηξε άπληστα τον αέρα.

lovers111.jpg

Της χάιδεψε τρυφερά το μάγουλο, πέρασε τα δάκτυλα πάνω από τα υγρά της χείλια. Του έδωσε μια φωτογραφία της. Την ευχαρίστησε και της υποσχέθηκε πως δεν θα την ξεχάσει ποτέ. Γύρισε και απομακρύνθηκε. Ήταν ευτυχισμένος, είχε βρει αυτό το ξεχωριστό που έψαχνε. Τώρα, μπορούσε να κρατήσει την πόλη στην καρδιά του.

Μα και την υπόσχεση, την κράτησε.

Advertisements

7 Σχόλια

  1. Πολύ έντονη διήγηση σε κάποια σημεία.Παιχνίδι με τις αισθήσεις και τη φαντασία μας,με ένα flash ερωτισμού.Ότι πρέπει για το Σαββατόβραδο που έρχεται.

  2. Ωραια ειναι να ψαχνεις αυτο το ξεχωριστο..ειναι ωραια να μην ξεχνας!

    Καλημερα:)

  3. Υπέροχο…
    Ο στεναγμός και η ανακούφιση μιας εκπληρωμένης προσδοκίας!!!
    Ερωτες που τους αρκεί που γεννήθηκαν, που κάποιος τους έδωσε πάθος και ορμή. Και ζουν ακόμα και τις κενές μέρες, και τις κενές ώρες.

    «Μα εγώ θα ονειρεύομαι ακόμα
    κι εσένα θα βλέπω όπου κοιτώ
    Θα σε βρίσκω στης θάλασσας το χρώμα
    Στον ήλιο και στον ουρανό.
    Θα σε βρω κι αν κοιτάξω το φεγγάρι
    Θα σε βρω στης ζωής μου τις στροφές
    και ας τρέχει ο χρόνος να μας πάρει
    ό,τι αξίζει είν’ οι στιγμές!!!»

  4. mu arese, alla apo ena simeio kai meta ginetai poly arlekin, 8a protimusa na epefte maxairoma. hahaha. gusta einai auta.

  5. Μμμ, όμορφο να βρίσκεις αυτό το ξεχωριστό που ψάχνεις και να παίρνεις αυτό που θέλεις, από έναν άνθρωπο, έναν τόπο, μία κατάσταση..
    Όμως και να μη συμβεί αυτό, όμορφο είναι πάλι..γιατί τότε έχεις ένα λόγο να γυρίσεις.. ίσως και να προσπαθήσεις πάλι.
    Είναι που συνηθίζουμε να παραιτούμαστε εύκολα.
    Τα όνειρα και οι προσδοκίες θέλουν απόχη και κυνήγι..
    Ή μήπως, όχι; 😉

  6. ΥΓ: My name is mail.. e-mail. Hellooooooo?

  7. > fastbackwards, έντονο, .. ναι, υποθέτω. Φαντασία, .. φοβάμαι όχι. Ερωτισμός, αυτό μάλιστα. Αυτή είναι η υπόθεση. Ίσως επανέλθω στο συγκεκριμένο κάποια άλλη στιγμή… 🙂

    > Candy, ωραία αλήθεια… αλλά και να ξυπνάς με κέφια, κι αυτό ωραίο είναι.. 😉

    > Φεγγαρόσκονη, τι όμορφο ποιηματάκι είναι αυτό! Ταιριάζει στην (αυτή τη στιγμή) ρομαντική διάθεσή μου.. Άλλες στιγμές όμως… 8)

    > Κειμούλη, αφενός δε θα μου άρεσε εμένα, αφετέρου παίζει και ένα τέτοιο σενάριο σε εναλλακτική βερσιόν-θρίλλερ ή καλύτερα νουάρ, να πούμε… Σε λίγες μέρες.. 🙂

    > Αννίτα, για μερικά ξεχωριστά ζούμε.. Και, ναι, τα όνειρα και οι προσδοκίες ΘΕΛΟΥΝ κυνήγι. Μα πολύ κυνήγι, λέμε. Και γαπίπ το κυνήγι. Και ξανά μανά κυνήγι. Ουφ!
    (αλλά αν κάτσει, τότε θα αξίζει κάθε στιγμή κυνηγιού) 🙂 🙂

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: