Ο παλιός καναπές

sofa.jpg

Ο καναπές ξεχώριζε στο μικρό δωμάτιο. Βαρύς, ογκώδης, με αφράτα μαξιλάρια έπιανε σχεδόν όλο τον τοίχο. Φαινόταν παλιός, πολυκαιρισμένος. Το φθαρμένο του ύφασμα, χρώματος σοκολατί ξεχώριζε κατά τόπους, όπου άφηναν κενό τα πολύχρωμα ριχτάρια. Μικρά, κόκκινα μαξιλάρια ήταν πεταμένα ανέμελα στα μπράτσα και τη ράχη του.

Στη μέση, σχηματιζόταν ένα βαθούλωμα, αδιάψευστη μαρτυρία ατέλειωτων ωρών χρήσης. Ένα βαθούλωμα στο σχήμα ανθρώπινου σώματος, αυτού του ιδιοκτήτη του. Καμπυλότητες που αποκάλυπταν το συνηθισμένο τρόπο που εκείνος ξάπλωνε πάνω του.

Σ’ αυτό τον καναπέ είχε γραφτεί ιστορία. Νωχελικά απομεσήμερα, βαριεστημένα απογεύματα, μοναχικά βράδια. Το ύφασμά του ήταν ποτισμένο από τα συναισθήματα του ιδιοκτήτη. Εκεί πάνω είχε ακουμπήσει η ανησυχία, είχε γείρει η νοσταλγία, είχαν ξαποστάσει οι θύμησες. Μέσα στο σοκολατί χρώμα είχαν διαχυθεί χαμόγελα, άλλα χαρούμενα, άλλα πικραμένα. Ακόμη και δάκρυα είχαν πέσει και ξεθωριάσει το ύφασμα, μαζί με τον ζεστό ιδρώτα της έκστασης αλλά και τον κρύο του φόβου.

Είχε βολευτεί τόσο καλά σ’ αυτόν τον καναπέ, για σχεδόν δεκαπέντε χρόνια. Χρόνια καλά, χρόνια άσχημα. Τα περισσότερα δύσκολα. Τα περισσότερα μοναχικά. Κι όλα αυτά τα χρόνια, καλά κι άσχημα, ο καναπές ποτιζότανε με το απόσταγμα της ψυχής. Ναι, είχε βολευτεί με τον καναπέ. Ήταν το γνώριμο καταφύγιο, το εντελώς προσωπικό λιμάνι, εκεί όπου μπορούσε να νιώσει ασφαλής, το σταθερό σημείο αναφοράς.

Ακόμη και τις περιόδους που στο δωμάτιο ανάσαιναν δύο σώματα, ακόμα κι όταν πάνω του βολευόταν δύο κορμιά (γιατί ήταν αρκετά μεγάλος), πάλι κυριαρχούσε με τη σιωπηλή παρουσία του. Παρείχε το πλαίσιο, το χώρο όπου διαδραματιζόταν το μοίρασμα. Κι έτσι γινόταν το τρίτο σκέλος σ’ ένα ιδιόμορφο τρίγωνο.

Κι όταν έμενε μόνο ένα σώμα, προσέφερε γι άλλη μια φορά την αγκάλη, τη θαλπωρή, την ασφάλεια. Ήταν η γνώριμη υφή, τα οικεία χρώματα, η ζεστασιά που ανάδιδε.

Τώρα, ο ιδιοκτήτης στεκόταν και τον κοιτούσε. Παρατηρούσε τον όγκο, το ύφασμα, τα χρώματα, το γνώριμο βαθούλωμα, τις αναμνήσεις, τα συναισθήματα. Είχε ιδιαίτερη σημασία αυτό το κοίταγμα. Τον κοιτούσε με ένταση, με προσήλωση. Εστίαζε σε μικρολεπτομέρειες, στα φθαρμένα σημεία, στα μικροσκοπικά σκισίματα, στις αδιόρατες κηλίδες, σε όλες τις μικρές ατέλειες που τα ριχτάρια έκρυβαν επιδέξια. Κάθε σπιθαμή διάστικτη από στιγμές. Δεκαπέντε χρόνια αποτυπωμένα πάνω και μέσα στον παλιό καναπέ.

Άπλωσε το χέρι και χάιδεψε τρυφερά το ύφασμα. Τα μπράτσα, τη ράχη, το βαθούλωμα, τα μαξιλάρια. Απόψε ήταν η τελευταία νύχτα που θα μοιραζόταν τη ζωή του με τον καναπέ. Την επόμενη το πρωί περίμενε τον παλιατζή να έρθει να τον πάρει. Λίγο αργότερα, θα ερχόταν ο καινούριος καναπές.

Ήταν καιρός να ξαναρχίσει από την αρχή.

Advertisements

4 Σχόλια

  1. παράτα τους καναπέδες και ρίξτο στις σεζλόνγκ

  2. Tον κατανοώ…
    Αλλά, η αρχή είναι το ήμιση του παντός.
    Από καρδιάς,ΚΑΛΗ ΑΡΧΗ!!!

  3. Αυτος ο καναπες σου λοιπον με πονεσε…

  4. > Κειμάκο, πάλι στις παραλίες να τρέχουμε; Τόσο ραχάτι, δεν το βαρέθηκες ακόμα; Άντε, έχεις και κατακτήσεις! 😉

    > Γλύκα, εντάξει, μην το παίρνεις και σοβαρά… μια κουβέντα είπα. Μέχρι να γίνει, ε, να μην περάσει κανα εξάμηνο; :mrgreen:

    > foulianna, … δεν είμαι σίγουρος αν κατάλαβα… (sorry, περιορισμένης νοημοσύνης γαρ…) 😕

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: