Το Ιωβιλαίο της καρδιάς

Πόσες μέρες έχω βαδίσει, ατελείωτες, μέρες γεμάτες πίκρα και θάνατο, χίλιους μικρούς καθημερινούς θανάτους, κάτω απ’ τη σκιά χλωμού ήλιου… Στη γη εκείνη την άνυδρη, ξερή απ’ τις καμένες μου ελπίδες, στεγνή σαν την καρδιά μου, με βήματα αργά και κουρασμένα. Είχα ξεχάσει πως είναι να γεύεσαι υγρασία άλλη απ’ αυτή των αλμυρών δακρύων. Η ζωή μια ρουτίνα σαν τον καθημερινό περίπατο των φυλακισμένων στον αυλόγυρο της φυλακής. Στον ορίζοντα να αντανακλάται μια ακαθόριστη απουσία, η κλειστοφοβικότερη απ’ όλες. Οι μέρες γκρίζες, οι νύχτες λευκές. Κι όλα να κραυγάζουν χωρίς φωνή την έλλειψη της ζωής. Και τότε εμφανίστηκες εσύ, διάφανη στην αρχή σαν οπτασία, μακρινή στο χώρο και πολύ όμορφη για να ‘σαι αληθινή.

Μα είχα κουραστεί αυτή την ξερή ζωή, τη στείρα λογική των λιλλιπούτειων φοβισμένων ονείρων. Μη έχοντας τίποτα πλέον να χάσω, σου κούνησα το χέρι, περιμένοντας να μου γυρίσεις περιφρονητικά την πλάτη. Έγειρες το κεφάλι στο πλάι και με κοίταξες με περιέργεια. Ανταπόδωσες ερωτηματικά το χαιρετισμό. Ήρθες πιο κοντά.

Τρόμαξα.

Είναι δυνατόν; σκέφτηκα. Εμένα κοιτάζει; Δύσπιστα, έκανα ένα βήμα κοντύτερα. Ένα βήμα με τα πόδια, χίλιες στροφές με το μυαλό. Μέτρησα όλους τους τρόπους της απογοήτευσης. Μέτρησα όλους τους λόγους της απόρριψης. Μέτρησα όλες τις διαστάσεις του Φόβου. Μα ακόμα ήμουν στα μισά του βήματος. Με το πόδι μετέωρο, μέτρησα τις προσδοκίες μου. Τόσες πολλές… Όλοι οι ανεμόμυλοι του κόσμου δεν είναι αρκετοί. Το πέλμα προσγειώθηκε στην ξερή γη. Ούτε που πρόσεξα τη σκόνη που σηκώθηκε. Σου χαμογέλασα. Μα μέσα μου το χαμόγελο ήταν τσιτωμένο, έτοιμο να κερματιστεί με το πρώτο χτύπημα της οργής σου. Ποιός ήμουν εγώ να εισβάλλω στον ναό σου, να ταράξω την ολύμπια ηρεμία σου, να βεβηλώσω τον ιερό σου κύκλο; Χαμογελούσα περιμένοντας τη Δαμόκλειο σπάθη να επιβεβαιώσει την ιστορία της ζωής μου.

Δεν οργίστηκες, δεν με κοίταξες με περιφρόνηση. Καμμιά σπάθα δεν τσάκισε το χαμόγελο. Το βλέμμα σου έγινε ερευνητικό, διαπεραστικό, ίσως και παιχνιδιάρικο. Το ένιωσα δροσερό, να γλυστράει κάτω από την επιδερμίδα μου και να σκαλίζει τα σπλάχνα, την καρδιά, το μυαλό. Ακόμα δεν καταλαβαίνω, ακόμα φοβάμαι. Μα άρχισα να ελπίζω. Και μ’ αυτό, άρχισε ένα χτυποκάρδι διαφορετικό απ’ αυτό των χιλίων μικρών φόβων, άνοιξαν οι κρουνοί της ζωής, καυτή χαρά ανέβλυσε, υγράνθηκαν τα χείλια μου, μαλάκωσε η καρδιά μου.

Είναι δυνατόν; σε ρωτάω. Είναι δυνατόν;

Αλίμονό σου μούσα, αν μου το πάρεις πίσω. Δεν θα στο συγχωρήσω.

Advertisements

3 Σχόλια

  1. Δεν θα στο παρει sadmanivo, αλλιως θα εχει πολλους να την κυνηγουν 😉 Δεν σε προλαβαινω…Παντα τετοια!!! 😀

  2. ΓΙΑΤΙ ΔΕ ΓΙΝΕΣΑΙ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑΣ !!?? Ή ΕΙΣΑΙ ΕΝ ΚΡΥΠΤΩ?
    ΑΠΟΛΑΥΣΗ Η ΚΑΘΕ ΛΕΞΗ.ΕΝΑ ΚΑΛΟΓΡΑΜΜΕΝΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΠΟΥ ΑΝΤΙΚΑΤΟΠΤΡΙΖΕΙ ΜΥΧΙΕΣ ΣΚΕΨΕΙΣ,ΔΥΝΑΤΑ ΣΥΝΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΚΙ ΕΥΑΙΣΘΗΣΙΑ….(ΑΡΑ……ΤΟ ΕΚΛΕΨΕΣ! just joking!! )
    ΕΙΛΙΚΡΙΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ ΚΑΤΑΠΛΗΚΤΙΚΑ.ΠΙΟ ΠΟΛΥ ΟΜΩΣ ΛΑΤΡΕΥΩ ΤΟ ΧΙΟΥΜΟΡ ΣΟΥ,ΟΜΟΛΟΓΩ.
    ΤΑ ΛΕΜΕ! (ΛΕΜΕ ΤΩΡΑ!)

  3. Γλυκα, πώς το κατάλαβες ότι είναι κλεμμένο; Είχα πάρει όλα τα μέτρα να μην το καταλάβει κανείς! … Αααα, βέβαια, αφού ξέρεις πόσο «ξερός» είμαι στην έκφραση… LOL
    Εεε… καλά, μη χαϊδεύεις τόσο τ’ αυτιά μου, έχω και ευαισθησίες…

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: